Η Ελπίδα καθόταν στο κρασάδικο μαζί με την εδώ και ένα μήνα καινούργια της σχέση , τον Αντώνη. Ο Σήφης ανηφόρισε την Ροτόντα μέσα στο ψιλόβροχο κοιτώντας ευθεία μπροστά και ελαφρώς προς τα κάτω προς το οδόστρωμα Προσπέρασε μια παρέα γκοθάδες -ο ένας φορούσε μια μακριά μαύρη φούστα- που κατηφορίζαν προς την πλατεία Ναυαρίνου. Παραλίγο να έπεφτε πάνω σε μια πρωτοετή φοιτήτρια που επίσης κατηφόριζε και τον είδε τελευταία στιγμή κα τον απέφυγε παραμερίζοντας Έφτασε έξω απ το μαγαζί. Κοίταξε απ την τζαμένια πόρτα στο εσωτερικό και διέκρινε την Ελπίδα να φιλιέται στο στόμα με τον Αντώνη. Έσφιξε με το χέρι του το πιστόλι που είχε στην τσέπη της αθλητικής ζακέτας του. Με το άλλο χέρι έσφιξε με δύναμη το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε. Μπήκε στο μαγαζί και προχώρησε προς το τραπέζι τους Πως ήταν δυνατόν να ξεχνάει τρία χρόνια σχέσης έτσι; Αυτό σκέφτηκε Και όλα...































































Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου