Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μισέ άνθρωπε (στίχοι-ποίηση)


 πίσω  απ τα φώτα μια οφθαλμαπάτη

πόνος εσώτερος  και δυστυχία

ένιωσες μα δεν είδες την απάτη

έχασες  την μοναδική σου ευκαιρία


πίσω απ τα  φλας ένα σώμα σάπιο

τεχνηέντως σκαλισμένο σαν αρχαίο  γλυπτό

θαυμάζεις το ψεύτικο, που ναι κάποιο

και όχι το γήινο το χειροπιαστό


δεν αγάπησες  ποτέ του κόσμου τις ατέλειες

οι σκέψεις σου  πάντα μισοέγκυες

κυοφορείς μα δεν γεννάς

σε απαστράπτουσες  ερημιές ξαναγυρνάς


μόνος κοιτάς  ποτέ δεν χτίζεις

μόνο θαυμάζεις ποτέ δεν γκρεμίζεις

όσους  το νέο ποθούν ταγμένος να εμποδίζεις

συνήθισες να συνηθίζεις


 πίσω  απ τα φώτα μια οφθαλμαπάτη

πόνος εσώτερος  και δυστυχία

ένιωσες μα δεν είδες την απάτη

έχασες  την μοναδική σου ευκαιρία


έχασες, έχασες, έχασες

κανείς  δεν θυμάται από τούτο τον κόσμο γιατί και ως τι πέρασες;

ακούστε την  χιουμοριστική/μουσική εκπομπή

"δημοσιογραφική επιτυχία gr" εδώ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Woman in revolution (paint)

 

Γυναίκα ντελίβερυ 1

Είχε πάει 10 και μισή το βράδυ. Αυτή την ώρα  , τις καθημερινές οι δρόμοι αδειάζαν  από τα αυτοκίνητα Της άρεσε αυτή η ώρα. Μπορούσε να δουλέυει πιο άνετα.  Καβαλούσε  το παπάκι της και  πήγαινε τις παραγγελίες  πιο γρήγορα  χωρίς να είναι αναγκασμένη να τρέχει. Μια τέτοια  ώρα  μέσα στο ψιλόβροχο  οδηγούσε  ακούγοντας  στα ακουστικά την αγαπημένη της  μουσική απ τα  80ς   Φτάνοντας με τις πίτσες στα χέρια   στον όροφο που ήταν ο πελάτης,  χτύπησε το κουδούνι του Της  ανοίξαν  δυο έφηβοι που χαμογελούσαν σαν χαζοί Από μέσα της ήρθε η μυρωδιά του μπάφου. Γνώριμη μμυρουδιά. Στην ηλικία τους  τα ίδια έκανε με τις φίλες της ή με το  τότε  αγόρι  της, που μετά έγινε σύζυγος της  , μετά  την κεράτωσε και μετά την χώρισε  αφήνωντας της  άφραγκη να συνεχίσει την ζωή της Τα πιτσιρίκια  της κοιτούσαν εντυπωσιασμένα. Ακόμη και στα  37 της ...

Salonika-Η πόλη που δεν φαίνεται(κεφάλαιο 5-tattooed lady)

  Η Ελπίδα καθόταν  στο  κρασάδικο μαζί με την εδώ και ένα μήνα καινούργια της σχέση , τον Αντώνη. Ο Σήφης ανηφόρισε την Ροτόντα μέσα στο ψιλόβροχο κοιτώντας  ευθεία μπροστά και ελαφρώς προς τα κάτω προς το οδόστρωμα Προσπέρασε μια παρέα  γκοθάδες -ο ένας φορούσε μια μακριά μαύρη  φούστα- που κατηφορίζαν προς την πλατεία Ναυαρίνου. Παραλίγο να  έπεφτε πάνω σε μια  πρωτοετή  φοιτήτρια που επίσης κατηφόριζε και τον είδε  τελευταία στιγμή κα  τον απέφυγε παραμερίζοντας Έφτασε έξω απ το μαγαζί. Κοίταξε απ την τζαμένια πόρτα στο εσωτερικό και  διέκρινε την Ελπίδα  να φιλιέται στο στόμα με τον Αντώνη. Έσφιξε με το χέρι του  το πιστόλι που είχε  στην τσέπη της αθλητικής ζακέτας του. Με το άλλο χέρι έσφιξε με δύναμη  το χερούλι  της πόρτας και την άνοιξε. Μπήκε στο μαγαζί και προχώρησε προς το τραπέζι τους Πως ήταν  δυνατόν να ξεχνάει  τρία  χρόνια  σχέσης έτσι;  Αυτό σκέφτηκε Και όλα...