Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μισέ άνθρωπε (στίχοι-ποίηση)


 πίσω  απ τα φώτα μια οφθαλμαπάτη

πόνος εσώτερος  και δυστυχία

ένιωσες μα δεν είδες την απάτη

έχασες  την μοναδική σου ευκαιρία


πίσω απ τα  φλας ένα σώμα σάπιο

τεχνηέντως σκαλισμένο σαν αρχαίο  γλυπτό

θαυμάζεις το ψεύτικο, που ναι κάποιο

και όχι το γήινο το χειροπιαστό


δεν αγάπησες  ποτέ του κόσμου τις ατέλειες

οι σκέψεις σου  πάντα μισοέγκυες

κυοφορείς μα δεν γεννάς

σε απαστράπτουσες  ερημιές ξαναγυρνάς


μόνος κοιτάς  ποτέ δεν χτίζεις

μόνο θαυμάζεις ποτέ δεν γκρεμίζεις

όσους  το νέο ποθούν ταγμένος να εμποδίζεις

συνήθισες να συνηθίζεις


 πίσω  απ τα φώτα μια οφθαλμαπάτη

πόνος εσώτερος  και δυστυχία

ένιωσες μα δεν είδες την απάτη

έχασες  την μοναδική σου ευκαιρία


έχασες, έχασες, έχασες

κανείς  δεν θυμάται από τούτο τον κόσμο γιατί και ως τι πέρασες;

ακούστε την  χιουμοριστική/μουσική εκπομπή

"δημοσιογραφική επιτυχία gr" εδώ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Woman in revolution (paint)

 

Salonika-Η πόλη που δεν φαίνεται(κεφάλαιο 5-tattooed lady)

  Η Ελπίδα καθόταν  στο  κρασάδικο μαζί με την εδώ και ένα μήνα καινούργια της σχέση , τον Αντώνη. Ο Σήφης ανηφόρισε την Ροτόντα μέσα στο ψιλόβροχο κοιτώντας  ευθεία μπροστά και ελαφρώς προς τα κάτω προς το οδόστρωμα Προσπέρασε μια παρέα  γκοθάδες -ο ένας φορούσε μια μακριά μαύρη  φούστα- που κατηφορίζαν προς την πλατεία Ναυαρίνου. Παραλίγο να  έπεφτε πάνω σε μια  πρωτοετή  φοιτήτρια που επίσης κατηφόριζε και τον είδε  τελευταία στιγμή κα  τον απέφυγε παραμερίζοντας Έφτασε έξω απ το μαγαζί. Κοίταξε απ την τζαμένια πόρτα στο εσωτερικό και  διέκρινε την Ελπίδα  να φιλιέται στο στόμα με τον Αντώνη. Έσφιξε με το χέρι του  το πιστόλι που είχε  στην τσέπη της αθλητικής ζακέτας του. Με το άλλο χέρι έσφιξε με δύναμη  το χερούλι  της πόρτας και την άνοιξε. Μπήκε στο μαγαζί και προχώρησε προς το τραπέζι τους Πως ήταν  δυνατόν να ξεχνάει  τρία  χρόνια  σχέσης έτσι;  Αυτό σκέφτηκε Και όλα...

Τι έκανες;(σύντομο διήγημα)

 Στο  εγκαταλελειμμένο  υπόγειο  πάρκινγκ υπήρχε μια καρέκλα. Σε αυτήν καθόνταν ένα  δεμένος πισθάγκωνα άντρας.Ο Οδυσσέας και απέναντι του υπήρχε μια άλλη  καρέκλα στην οποία καθόνταν ο επιθεωρητής Νικολάου Οι δυο άντρες  κοιτάζαν ο ένας τον άλλον αμίλητοι πριν ο επιθεωρητής σπάσει την σιωπή -Χαμογελάς. Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας συνέχιζε να τον κοιτάζει και να χαμογελάει -Είσαι  ξυλοκοπημένος, χρειάζεσαι άμεσα  γιατρό, είσαι σ τα χέρια μας. Κανείς δεν γνωρίζει που βρίσκεσαι. Ίσως ναι να  μην είσαι ζωντανός σε λίγες ώρες ή λεπτά και συ  χαμογελάς; -Ναι. Για την ακρίβεια σε κοιτάζω και χαμογελάω -Γιατί; Πιστεύεις πως  εγώ βρίσκομαι σε δεινή  θέση και συ πως είσαι καλύτερα από εμένα; -Εσύ πιστεύεις κάτι διαφορετικό; Ο επιθεωρητής ξεφύσηξε -Να σου πω. Εγώ έχω μια σταθερή  δουλειά. Στην αστυνομία. Έχω μια πολύ καλή ανώτερη θέση. Στην αστυνομία. Πληρώνει καλά αυτή η  θέση. Σύντομα θα πάρω και προαγωγή και ίσως  στις επό...