Δεν είμαι τίποτα
Ποτέ δεν ήμουν κάτι
Πάντα περπατούσα σκυφτός σφίγγοντας το παλτό μου μέσα στους κρύους δρόμους
Βάδιζα σκυφτός την τρίτη χρονιά που είχε αποτύχει η επανάσταση
Τότε ήταν που την είδα να χορεύει ημί-γυμνη μέσα στο μαγαζί των νικητών
Όλοι οι σύντροφοι της και όλες οι συντρόφισσες της ήταν δολοφονημένοι
Αυτή την κρατήσαν για να διασκεδάζουν πάνω στο γυμνό κορμί της
Και γω την είδα που χόρευε για αυτούς
Γονάτιζε στην σκηνή ενώ από ένα μηχανισμό έπεφτε πάνω της το δροσερό νερό
Για να σβήσει ίσως ότι είχε απομείνει απ την φλόγα της εξέγερσης που έκαιγε κάποτε μέσα της
Για να εξαφανίσει κάθε σπίθα προσμονής για λαϊκή δικαιοσύνη
Και αυτή άπλωνε το ένα χέρι στον ουρανό ενώ ανασήκωνε το κεφάλι της και έκλεινε τα μάτια σε αυτό το στριπτήζ της ήττας
Και οι διώκτες και νικητές της ζητωκραυγάζαν και επεφημούσαν
Και γω που δεν ήμουν ποτέ τίποτα κοιτούσα
Την κοιτούσα
Όντως ένιωθε σκλαβωμένη; Όντως ήθελε να ελευθερωθεί ξανά;
Έδωσα κάτι χαρτιά, πήρα κάτι λεφτά και μου παν απλά "άντε τράβα"
και βγήκα ξανά στο κρύο να επιστρέψω στο αφεντικό μου
Βάδιζα ξανά μονάχος μέσα στην νύχτα, ένα σκυφτό τίποτα μέσα στους παγωμένους δρόμους αυτής της πόλης, ένας φοβισμένος κότσιφας σε μια γη αρπακτικών
Μα στο μυαλό μου η εικόνα της να χορεύει λυπημένη και γυμνή δεν έφευγε
Δεν ήταν δυνατόν τέτοια ομορφιά να ναι φυλακισμένη στην στεναχώρια
Δεν είναι δυνατόν κανείς να είναι σκλαβωμένος
Σκεφτόμουν πράγματα που δεν είχα σκεφτεί ποτέ σε μια γη που όλοι λέγαν πως η κατήφεια είχε επικρατήσει και θα κυριαρχούσε για πάντα
Και μετά άκουσα κραυγές πολλών τίποτα να βγαίνουν μέσα απ τα στενά
Τραγουδούσαν ρυθμικά αυτό τον ρυθμό , παντού άκουγες αυτό το "ωωωω" από γυναίκες, παιδιά ,άντρες και ηλικιωμένους που απ τα ρούχα τους είχαν απομείνει κάποια ελάχιστα κομμάτια ύφασμα
Η καρδιά μου πως ένιωσε για πρώτη φορά; Τα πόδια μου βγάζανε φτερά . Τα πάντα μέσα μου βρίσκαν νόημα
Ακόμη και η παγωνιά της πόλης μετατρεπόνταν σε μια κάψα που όμοια της δεν ήξερα οτί υπήρχε
Και παντού οι "αόρατοι" ηττημένοι αυτού του κόσμου να κατακλύζουν τους δρόμους
Μια γιαγιά από κάποιο μακρινό μέρος της ανατολής πήρε ένα πιστόλι από έναν δικό μας νεαρό χαμάλη και με πλησίασε και το άφησε στα χέρια μου
Δεν είχα ξαναρίξει ποτέ όμως δεν δυσκολεύτηκα να επιστρέψω στο μαγαζί που η σκηνή του είχε γίνει το επιστέγασμα της ήττας και να ρίξω
Σημάδευσα καλά τις αλυσίδες της και σπάζοντας τες έπσπαζα τις αλυσίδες όλων μας
και παντού απ τους δρόμους ακουγόνταν αυτή η ρυθμική ιαχή "ωωωωω" ενός τραγουδιού που γεννούσαν όλοι εκείνη την στιγμή
Και εκείνη που αντικατόπτριζε το πανέμορφο όλα περπατούσε ξανά στους δρόμους
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου