Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κανείς δεν ξέρει το ακριβές όνομα της

 

Υπάρχει ένας  θρύλος στα στενά της πόλης

Τον λένε ακόμη οι κυράδες πίνοντας τον καφέ τους τα πρωινά

Άλλοτε τον συζητούσαν  έξω στις αυλές των φτωχόσπιτων σήμερα  στα μικρά  μπαλκόνια απ τα φτωχικά  ετοιμόρροπα  διαμερίσματα τους

Δεν ξέρει καμιά το ακριβές  όνομα της, όμως γνωρίζουν όλες πως έφτασε προσφυγοπούλα με το καράβι  το 1924 στην πόλη

Λένε πως είδε  τους γονείς της να μην αντέχουν το κρύο στα απολυμαντήρια, τότε που τους ξεγυμνώναν όλους και τους περιλούζαν με παγωμένο  νερό μέσα στο κρύο για να μην μολύνουν την πόλη

Αυτή την πόλη  την τόσο αμόλυντη

Την πόλη των μαφιόζων  που εκπορνεύαν κορίτσια απ την επαναστατημένη Ρωσία λίγο παραπέρα στο μουλέν  ρουζ και διακινούσαν κόκα και όπιο μαζί με  λαθραία ρολόγια  απ την Πόλη

Την πόλη των εμπόρων  που μαστιγώναν  τους υπαλλήλους τους

Την πόλη  των μιμητών του  Χίτλερ και της 3Ε που κάψανε  τον συνοικισμό των ήδη πυρόπληκτων φτωχών εβραίαων στο Κάμπελ στον Βότση

Την πόλη του παπά που  μετά το 12 κουβάλησε μανιάτες και κρητικούς  φασίστες, τους έντυσε  μπάτσους και καραβανάδες  και τους ξεκίνησε να τους  ταϊζει τον πλούτο της πόλης  προκειμένου να ελληνίσουν ακόμη και τους έλληνες της

Λίγό μετά είδα στους θαλάμους δίχως παράθυρα και πόρτες που τους μαντρώσαν οι καλοί ομοεθνείς  χριστιανοί να πεθαίνει και το μικρό της αδερφάκι από  πνευμονία

Το κρύο και η  υγρασία σκότωναν  όποιον αγαπούσε

Όχι. Λένε οι κυράδες. Η καταδίκη των αρχόντων  του τόπου  τούτου σε θάνατο από κρύο και υγρασία σκοτώναν τους ανθρώπους της

Τότε  αποφάσισε να μην κάτσει να πεθάνει απ το κρύο

Τότε αποφάσισε να μην  υποκύψει στις συνθήκες σκλαβιάς της ψυχής που  βαφτίζαν αφομοίωση αν επιβίωνε της παγωνιάς

Βγήκε νύχτα στους δρόμους της πόλης

Πολλοί  ακόμη και σήμερα ισχυρίζονται πως την βλέπουν να εμφανίζεται στην γη του βορρά όποτε σουρουπώνει

Οι κάμερες δεν μπορούν να την καταγράψουν

Τα συστήματα εντοπισμού δεν μπορούν να την εντοπίσουν

Μόνο κάποια μάτια  την βλέπουν μέσα στους δρόμους

Οι κυράδες που  θυμούνται απ τις γιαγιάδες τους  την ιστορία  αυτή  δεν γνωρίζουν το ακριβές της όνομα

Άλλες λένε πως ίσως την  λέγαν Ελευθερία, άλλες Ζωή, άλλες και τα  δύο




Σχόλια

  1. Πολύ καλό ειδικά αν βασίζεται σε αληθινή ιστορία και υπάρχουν μαρτυρίες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. καλησπέρα, φανταστική είναι η ιστορία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είσαι μεγαλος συγγραφέας!!!! ❤️❤️❤️❤️

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Woman in revolution (paint)

 

Γυναίκα ντελίβερυ 1

Είχε πάει 10 και μισή το βράδυ. Αυτή την ώρα  , τις καθημερινές οι δρόμοι αδειάζαν  από τα αυτοκίνητα Της άρεσε αυτή η ώρα. Μπορούσε να δουλέυει πιο άνετα.  Καβαλούσε  το παπάκι της και  πήγαινε τις παραγγελίες  πιο γρήγορα  χωρίς να είναι αναγκασμένη να τρέχει. Μια τέτοια  ώρα  μέσα στο ψιλόβροχο  οδηγούσε  ακούγοντας  στα ακουστικά την αγαπημένη της  μουσική απ τα  80ς   Φτάνοντας με τις πίτσες στα χέρια   στον όροφο που ήταν ο πελάτης,  χτύπησε το κουδούνι του Της  ανοίξαν  δυο έφηβοι που χαμογελούσαν σαν χαζοί Από μέσα της ήρθε η μυρωδιά του μπάφου. Γνώριμη μμυρουδιά. Στην ηλικία τους  τα ίδια έκανε με τις φίλες της ή με το  τότε  αγόρι  της, που μετά έγινε σύζυγος της  , μετά  την κεράτωσε και μετά την χώρισε  αφήνωντας της  άφραγκη να συνεχίσει την ζωή της Τα πιτσιρίκια  της κοιτούσαν εντυπωσιασμένα. Ακόμη και στα  37 της ...

Salonika-Η πόλη που δεν φαίνεται(κεφάλαιο 5-tattooed lady)

  Η Ελπίδα καθόταν  στο  κρασάδικο μαζί με την εδώ και ένα μήνα καινούργια της σχέση , τον Αντώνη. Ο Σήφης ανηφόρισε την Ροτόντα μέσα στο ψιλόβροχο κοιτώντας  ευθεία μπροστά και ελαφρώς προς τα κάτω προς το οδόστρωμα Προσπέρασε μια παρέα  γκοθάδες -ο ένας φορούσε μια μακριά μαύρη  φούστα- που κατηφορίζαν προς την πλατεία Ναυαρίνου. Παραλίγο να  έπεφτε πάνω σε μια  πρωτοετή  φοιτήτρια που επίσης κατηφόριζε και τον είδε  τελευταία στιγμή κα  τον απέφυγε παραμερίζοντας Έφτασε έξω απ το μαγαζί. Κοίταξε απ την τζαμένια πόρτα στο εσωτερικό και  διέκρινε την Ελπίδα  να φιλιέται στο στόμα με τον Αντώνη. Έσφιξε με το χέρι του  το πιστόλι που είχε  στην τσέπη της αθλητικής ζακέτας του. Με το άλλο χέρι έσφιξε με δύναμη  το χερούλι  της πόρτας και την άνοιξε. Μπήκε στο μαγαζί και προχώρησε προς το τραπέζι τους Πως ήταν  δυνατόν να ξεχνάει  τρία  χρόνια  σχέσης έτσι;  Αυτό σκέφτηκε Και όλα...