Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Που θα περάσει η κοπελιά την Τσικνοπέμπτη;

 


Ρωτάς και ξαναρωτάς και ξαναρωτάς

"πως θα περάσει την Τσικνοπέμπτη η κοπέλα"

Σας βλέω όλους να ετοιμάζεστε

Τα τρέντυ χίσπτερ τυπάκια, οι 50χρόνοι που ντύνονται σαν 20 χρόνα του 2010 για την μεγάλη  γιορτή

Ποια  γιορτή δηλαδή;

Θα βάλετε  τα καλά σας και θα πάτε να τρώτε κρέατα, να τρέχουν τα λάδια  στα σαγόνια και στα  ακριβά σας πουκάμισα και από πάνω να πίνετε τσίπουρα

Και;

Βλέπω και τους εργαζόμενους  της νύχτας στην εστίαση , να συζητάνε 

"12 η ώρα σχολάω αλλά σιγά μην μας αφήσει εκείνη την μέρα να φύγουμε. 2 η ώρα άμα είμαστε τυχεροί"

Η δική σας γιορτή είναι η κόλαση των άλλων

Και με ρωτάς  ρουφιάνε  αυτού του κόσμου  αν ξέρω

"πως θα περάσει η κοπέλα την Τσικνοπέμπτη"

Μονάχη

Μονάχη από επιλογή

Θα βγει στον δρόμο όταν εσείς  ψοφήσετε  απ το μεθύσι και την βαρυστομαχιά και θα τον περπατήσει

Την ώρα που δεν θα υπάρχει ψυχή. Θα νιώσει την αύρα που φέρνει η  ψύχρα του  βορρά και η θάλασσα με τα  νότια ρεύματα της

Εκείνη την ώρα είναι πως ο αγέρας της  ερήμου παντρεύεται για λίγο- ως το ξημέρωμα- με τον Βαρδάρη  που  ξεκινά απ τις πεδιάδες της Παιονίας

Εκείνη την ώρα μόνον λίγοι και τυχεροί βαδίζουν ανάμεσα στην ένωση  των δυο κοσμικών στοιχείων , που δεν τα βλέπεις μα σίγουρα τα νιώθεις

Και τότε παντρεύεται και μέσα τους  η μελαγχολία του ανέφικτου  με το βίωμα  της  ομορφιάς του εκ φύσεως  αληθινού

Έτσι θα περάσει την Τσικνοπέμπτη η κοπελιά. Και τώρα που ξέρεις μην διανοηθείς να ακολουθήσεις τα βήματα της γιατί ίσως και να μαι εκεί, από πίσω σου και να σου σπάσω τα μούτρα όταν θα προσπαθήσεις να την εμποδίσεις με την παρουσία σου να ζήσει την στιγμή




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Woman in revolution (paint)

 

Salonika-Η πόλη που δεν φαίνεται(κεφάλαιο 5-tattooed lady)

  Η Ελπίδα καθόταν  στο  κρασάδικο μαζί με την εδώ και ένα μήνα καινούργια της σχέση , τον Αντώνη. Ο Σήφης ανηφόρισε την Ροτόντα μέσα στο ψιλόβροχο κοιτώντας  ευθεία μπροστά και ελαφρώς προς τα κάτω προς το οδόστρωμα Προσπέρασε μια παρέα  γκοθάδες -ο ένας φορούσε μια μακριά μαύρη  φούστα- που κατηφορίζαν προς την πλατεία Ναυαρίνου. Παραλίγο να  έπεφτε πάνω σε μια  πρωτοετή  φοιτήτρια που επίσης κατηφόριζε και τον είδε  τελευταία στιγμή κα  τον απέφυγε παραμερίζοντας Έφτασε έξω απ το μαγαζί. Κοίταξε απ την τζαμένια πόρτα στο εσωτερικό και  διέκρινε την Ελπίδα  να φιλιέται στο στόμα με τον Αντώνη. Έσφιξε με το χέρι του  το πιστόλι που είχε  στην τσέπη της αθλητικής ζακέτας του. Με το άλλο χέρι έσφιξε με δύναμη  το χερούλι  της πόρτας και την άνοιξε. Μπήκε στο μαγαζί και προχώρησε προς το τραπέζι τους Πως ήταν  δυνατόν να ξεχνάει  τρία  χρόνια  σχέσης έτσι;  Αυτό σκέφτηκε Και όλα...

Τι έκανες;(σύντομο διήγημα)

 Στο  εγκαταλελειμμένο  υπόγειο  πάρκινγκ υπήρχε μια καρέκλα. Σε αυτήν καθόνταν ένα  δεμένος πισθάγκωνα άντρας.Ο Οδυσσέας και απέναντι του υπήρχε μια άλλη  καρέκλα στην οποία καθόνταν ο επιθεωρητής Νικολάου Οι δυο άντρες  κοιτάζαν ο ένας τον άλλον αμίλητοι πριν ο επιθεωρητής σπάσει την σιωπή -Χαμογελάς. Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας συνέχιζε να τον κοιτάζει και να χαμογελάει -Είσαι  ξυλοκοπημένος, χρειάζεσαι άμεσα  γιατρό, είσαι σ τα χέρια μας. Κανείς δεν γνωρίζει που βρίσκεσαι. Ίσως ναι να  μην είσαι ζωντανός σε λίγες ώρες ή λεπτά και συ  χαμογελάς; -Ναι. Για την ακρίβεια σε κοιτάζω και χαμογελάω -Γιατί; Πιστεύεις πως  εγώ βρίσκομαι σε δεινή  θέση και συ πως είσαι καλύτερα από εμένα; -Εσύ πιστεύεις κάτι διαφορετικό; Ο επιθεωρητής ξεφύσηξε -Να σου πω. Εγώ έχω μια σταθερή  δουλειά. Στην αστυνομία. Έχω μια πολύ καλή ανώτερη θέση. Στην αστυνομία. Πληρώνει καλά αυτή η  θέση. Σύντομα θα πάρω και προαγωγή και ίσως  στις επό...